ἀκαλαρρείτης

ἀκαλαρρείτης
See also: 2. ἀκή
Page in Frisk: 1,50

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ακαλαρρείτης — ἀκαλαρρείτης, ο (Α) αυτός που ρέει ήσυχα, ο ακύμαντος «ἐξ ἀκαλαρρείταο βαθυρρόου Ὠκεανοῑο» (Όμ. Η 422). [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀκαλὸς «ήσυχος, ήρεμος» ή ἀκαλὰ επιρρ. + ρείτης < ρεFε τας < ρέω πρβλ. και ἀκαλάρροος] …   Dictionary of Greek

  • ἀκαλαρρείτης — soft flowing masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκαλαρρείτην — ἀκαλαρρείτης soft flowing masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκαλαρρείτου — ἀκαλαρρείτης soft flowing masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Amerias — (Greek: Ἀμερίας, 3rd century BC) was an ancient Macedonian lexicographer, known for his compilation of a Glossary entitled (Γλῶσσαι Glossai terms,words ). Αnother of his works was called Ῥιζοτομικός, Rhizotomikos (ῥίζα + τέμνειν rhiza + temnein,… …   Wikipedia

  • ακαλάρροος — ἀκαλάρροος, ον (Α) ο ακαλαρρείτης …   Dictionary of Greek

  • βαθυρρείτης — βαθυρρείτης, ο (Α) (για τον Ωκεανό) αυτός που έχει βαθύ ρεύμα, που είναι βαθύς. [ΕΤΥΜΟΛ. < βαθύς + ρείτης < ρεέτης < ρεFέτης < ρέω (πρβλ. ακαλαρρείτης)] …   Dictionary of Greek

  • ἀκαλαρρείταο — ἀκαλαρρείτᾱο , ἀκαλαρρείτης soft flowing masc gen sg (epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.